Αλεβίζος Γεώργιος (1932-2016)

Γεννήθηκε στο Χατζή Μεσσηνίας το 1932 και πέθανε το 2016 στο Καλαμάκι Πεταλιδίου, όπου διέμενε από το 1992. Ήταν πλοίαρχος του Eμπορικού Nαυτικού και ερασιτέχνης δημοσιογράφος.

Ταξίδεψε με φορτηγά πλοία σε όλες τις θάλασσες και έκλεισε τη ναυτική του καριέρα ως καθηγητής της Ναυτικής Ακαδημίας Οινουσσών για 4 χρόνια. Είχε σπουδάσει και μιλούσε αγγλικά, ιταλικά και ισπανικά.

Από το 1985 δημοσίευε σε εφημερίδες άρθρα και χρονογραφήματα. Από το 2002 ως το 2005 είχε την έκδοση και διεύθυνση της τοπικής εφημερίδας «Πεταλίδι». Είχε δημοσιεύσει το βιβλίο «Κουβέντες με τον παππού – Ιστορίες και μύθοι» με ιστορίες και μύθους για μικρά παιδιά, το βιβλίο «Παροιμίες και ιδιωματισμοί» καθώς και την ποιητική συλλογή «Υπέρ Πλεόντων».

 

ΤΑ ΔΗΜΟΤΙΚΑ ΣΧΟΛΕΙΑ ΤΑ ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΜΜΕΝΑ

Τα σχολεία εκείνα του έρημου χωριού

με τα μεσημβρινά προαύλια και τις μουριές τους

τα σπασμένα τζάμια στα παράθυρα

και την αραχνιασμένη πόρτα τους θεόκλειστη.

Με τις τσουκνίδες τώρα στη θέση παιδονόμου

τα σχολεία εκείνα ακόμη τα σέβομαι.

Το χιλιοπατημένο χώμα στην αυλή ενός σχολείου

προχθές περπάτησα,

έκοψα δύο βατόμουρα

και μελάνι βάψανε τα χέρια μου,

και ντράπηκα.

Με τόσο ακαλαίσθητα χέρια στο σχολείο δεν μπαίνουνε.

Απ’ έξω αφουγκράστηκα τους ψιθύρους των παιδιών

και τη φωνή της ιέρειας δασκάλας μας

για τα μακρά και τα βραχέα ήταν ο λόγος της

και για τις λέξεις που δασύνονται

καθ’ ότι

τη γλώσσα την ελληνική πρέπει καλά να μάθουμε.

Να χτυπήσω την πόρτα ή να περιμένω το διάλειμμα.

Μια σαύρα με πλησίασε και με κοίταξε

αυστηρά και δασκαλίστικα

ένα χτυποκάρδι που το μέτρησα και κει μαρμάρωσα

μέχρι που το κουδούνι του τσοπάνη

που πλησίαζε με το κοπάδι του εσήμανε το διάλειμμα.

Χρόνια κλειστό το σχολείο τώρα πια, μου είπε.

Τα παιδιά γεράσανε τώρα στην Αθήνα

κι ο μαυροπίνακας ξεθώριασε και...

Και η δασκάλα;

Μα η δασκάλα χρόνια είναι που πέθανε

ποιος τώρα τη θυμάται!

Απ’ το σπασμένο τζάμι επιθεώρησα το χώρο,

τα έδρανα, την έδρα, το ιερό του

και νομίζω πως εκείνη απ’ τον κατάλογο

φώναξε τ’ όνομά μου.

«Παρών» είπα και γέλασα στον τσοπάνη

που ανθρώπινα μου μίλησε σ’ εκείνο τον τόπο

που όλο αγριεύει και αγριεύει και φοβάσαι.

Μα όταν φυσάει τ’ αγιάζι στους καιρούς μας

κρύψου στο λιακωτό του σχολείου εκείνου

και αφουγκράσου.

«Τίμα τον πατέρα σου και τη μητέρα σου,

Γλυκειά πατρίδα πολυαγαπημένη».

Και η βέργα της δασκάλας στην έδρα σαν χτυπήσει

μη φοβηθείς

Είναι για το καλό σου

Για να γίνεις άνθρωπος.