Ζόμπολας Τάσος (1930-2015)

zompolas tasos

Γεννήθηκε το 1930 στην Καλλιθέα Πυλίας και τελείωσε τις γυμνασιακές του σπουδές στο Γυμνάσιο Παραλίας Καλαμάτας. Κατά τη γερμανοϊταλική κατοχή, σε ηλικία 13 ετών (1943) πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση από τις γραμμές της ΕΠΟΝ.

Εμφανίστηκε στα Γράμματα σε ηλικία 17 ετών. Το πρώτο του βιβλίο, «Αθάνατο Πνεύμα», τυπώθηκε το 1947 στην Καλαμάτα, όταν ήταν ακόμη μαθητής, ενώ η πρώτη του ποιητική συλλογή, «Πονεμένες Ώρες», κυκλοφόρησε στην Αθήνα το 1949.

Σπούδασε Νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και άσκησε από το 1958 το λειτούργημα του δικηγόρου στην Αθήνα.

Διετέλεσε μέλος και Αντιπρόεδρος του Δ.Σ. της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών, Αντιπρόεδρος της Εταιρείας Προστασίας Ανηλίκων του Πρωτοδικείου Αθηνών και μέλος της Κεντρικής Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής του Υπουργείου Δικαιοσύνης.

Δημοσίευσε πλήθος νομικών βιβλίων τα οποία είναι εκδόσεις της Νομικής Βιβλιοθήκης.

Είχε κριθεί ότι με το συγγραφικό του έργο είχε συμβάλει σημαντικά στην ανάπτυξη της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας και για το λόγο αυτό του είχε απονεμηθεί από το Υπουργείο Πολιτισμού ισόβια τιμητική σύνταξη λογοτέχνη.

Έργα του:
- «Το αθάνατο πνεύμα» (μελέτη, Καλαμάτα 1947)
- «Πονεμένες ώρες» (ποιήματα, 1949)
- «Ένας φίλος ξαναγύρισε» (νουβέλα, 1953)
- «Με τα φτερά του λούνικ» (ποιήματα, 1959)
- «Ανθρώπινη μαρτυρία» (μυθιστόρημα, 1972)
- «Πέτρινα χαμόγελα» (μυθιστόρημα, 1973)
- «Τρεις σταθμοί στον αγώνα του Εικοσιένα» (μελέτη, 1974)
- «Βία και οργή» (μυθιστόρημα, 1975)
- «Απόρρητος φάκελος» (μυθιστόρημα, 1980)
- «Προσοχή λερώνει» (μυθιστόρημα, 1982)
- «Διαδρομή» (διηγήματα, 1985)
- «Άνθρωπε αδερφέ μου» (ποιήματα, 1987)
- «Δυο δωμάτια και... κάτι» (μυθιστόρημα, 1987)
- «Ζωή χωρίς ανάσα» (μυθιστόρημα, 1990)
- «Αύριο θα είναι καλύτερα» (διηγήματα, 1991)
- «Η γοργόνα της στεριάς» (διηγήματα, 1992)
- «Παλαιοπωλείο ιδεών»
 (μυθιστόρημα, 1994)

Απεβίωσε το 2015.

ΘΑΛΑΣΣΙΝΗ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ

[...] Ήταν ξαφνικό κι αναπάντεχο. Τα πράγματα είχαν συμβεί ως εξής: Εκείνος είχε πελαγοδρομήσει σε μια μεγάλη κουβέντα με τους ταξιδιώτες που κάθονταν στο σαλόνι, σχετικά με τις τελευταίες εξελίξεις στον Περσικό κόλπο, τα πετρέλαια, τον πόλεμο. Η συζήτηση είχε φουντώσει. Βαβούρα, σχόλια, αντιρρήσεις, απαντήσεις τον είχαν εντελώς απορροφήσει. Η Μαίρη, που σπανίως μιλούσε πολιτικά, δεν είχε πάρει μέρος στη συζήτηση. Άρχισε μάλιστα να δυσανασχετεί, όταν είδε τους άντρες να φουντώνουν και να διαπληκτίζονται έντονα. Συνήθιζε ν’ αποφεύγει τις συζητήσεις με αγνώστους και μάλιστα σε θέματα που μπορούσαν εύκολα να ανοίξουν καβγά, μεταξύ των Ελλήνων που έχουν μια ιδιαίτερη νοοτροπία καβγατζήδων.

Ένας νεαρός, που την έτρωγε με τα μάτια από πολλή ώρα, βρήκε την ευκαιρία να την αποσπάσει από την μανιώδη παρέα των παικτών της πολιτικής και να την οδηγήσει στην επάνω γέφυρα.

Το φεγγάρι ήταν ολόγιομο, πανσέληνος, κι ο παφλασμός των κυμάτων ήταν ο μόνος ήχος που ακουγόταν. Απέναντι στη μακρινή στεριά τα φώτα νυσταγμένα τρεμόσβηναν. Κάποιες μικρές βαρκούλες με κλεφτοφάναρα συναντούσαν καμιά φορά το καράβι.

Η συζήτησή τους άρχισε με ρομαντικές αφηγήσεις για τη ζωή, τα ταξίδια, τη θάλασσα και τα ψάρια, και δεν άργησε να καταλήξει εκεί που καταλήγουν όλες οι συζητήσεις των νέων: στον έρωτα. Η κοπέλα αισθανόταν σαν το ψάρι που βλέπει το δίχτυ, αλλά δεν το αποφεύγει. Ήθελε να πέσει μέσα στο δίχτυ που άπλωνε ολόγυρά της ο νεαρός θαυμαστής της.

Οι ταχύτητες ανέβηκαν γρήγορα. Τα αίματα άναψαν. Μετά τα μάτια, τα κορμιά τους δεν άργησαν να συνομιλήσουν. Ήταν μια πολύ βιαστική, ζεστή, σαρκική ομιλία, που την κυβερνούσε ο πόθος και την κορύφωνε το πάθος. Ένα πάθος αλόγιστο, που έπρεπε να φτάσει στη διαπασών μέσα σε ελάχιστα λεπτά, μιας και ήταν φεγγαρόλουστη η βραδιά και υπήρχε ο κίνδυνος να ανέβουν κι άλλα άτομα στη γέφυρα, οπότε ποιος μαζεύει τους περίεργους και τις κουτσομπόλες.

Όταν ηρέμησαν, η Μαίρη έφτιαξε τα μαλλιά της, που είχαν ανακατευτεί, έγλειψε τα χείλη της, που είχε χαθεί το κοκκινάδι και είπε συγκινημένη «Ένιωσα τη μεγαλύτερη χαρά της ζωής μου. Μακάρι να σ’ έχω πάντα». Ο νεαρός δεν απάντησε. Δεν της είχε δώσει ούτε τηλέφωνο ούτε διεύθυνση. Μόνο τα μάτια τους και τα κορμιά τους είχαν συναντηθεί. Είχε συγκρατήσει ότι θα γύριζε σε λίγες ημέρες στην Αθήνα. Και πρότεινε. «Την Τρίτη μπορείς;». «Ίσως! Μα πώς...». Ο Τέλης της έδωσε μια καρτούλα με το τηλέφωνό του. Φιλήθηκαν αρπαχτά και κατέβηκαν χωριστά από τη γέφυρα, σαν να ήταν εντελώς άγνωστοι.

Πηγαίνοντας για το σαλόνι, στο λιγοστό φως του διαδρόμου, η Μαίρη διάβασε την κάρτα «Τέλης Φανουρόπουλος - Γενικό εμπόριο.- τηλ. ...».

Στο σαλόνι εξακολουθούσε να είναι φουντωμένη η πολιτική συζήτηση. Τα διεθνή προβλήματα δεν είχαν λυθεί. Η κατοχή της Κύπρου, ο πόλεμος για την εκμετάλλευση των πετρελαίων, το παλαιστινιακό κράτος, οι απειλές του Μπιν Λάντεν, μπορούν να περιμένουν. Η Μαίρη χαιρέτησε με μια κίνηση του χεριού τον άντρα της και κατέβηκε στην καμπίνα τους. Με καυτές τις εντυπώσεις από την απροσδόκητη ερωτική μαγεία, είχε σημειώσει στο ημερολόγιο της τις λίγες αλλά βαρυσήμαντες λέξεις:»«Εν πλω... το θαύμα...».

Ο Μάκης την πήρε κι ανέβηκαν στη γέφυρα. Πλησίαζαν στο νησί. Στο βάθος η σειρά των φώτων διέγραφε την προκυμαία. Το φεγγάρι δεν είχε ακόμα δύσει. Η θάλασσα είχε εντελώς ηρεμήσει.

«Σ’ αρέσει, αγάπη μου;» τη ρώτησε με τρυφερότητα.

«Πολύ, πολύ, πολύ!...» έκαμε εκείνη.

Φαινόταν ευτυχισμένη. Δεν είπε καμία άλλη λέξη.

«Παραξενεύτηκα με την αλλαγή της αλλά την απέδωσα στην ομορφιά του νυχτερινού ταξιδιού. Σιωπήσαμε κι οι δυο κι αφεθήκαμε να απολαμβάνουμε τους ήχους των κυμάτων». [...]