Βασιλάκη-Καπελούζου Δήμητρα

kapelouzou

 

Γεννήθηκε στην Κέρκυρα το 1944. Εργάστηκε ως δασκάλα Γερμανικών σ’ Επαγγελματική Σχολή στη Γερμανία κι επιστρέφοντας στην Ελλάδα διορίστηκε στη Στοιχειώδη Εκπαίδευση. Κατοικεί στα Φιλιατρά Μεσσηνίας, όπου είναι ο τόπος καταγωγής του συζύγου της.  Έχουν δύο κόρες και τέσσερα εγγονάκια.

Μετά τη συνταξιοδότησή της ασχολήθηκε αρχικά με μεταφράσεις βιβλίων από τα οποία μεγαλύτερη κυκλοφορία γνώρισε το «Όρια Ζωής» (Εκδόσεις Έλαφος) και «Το Παλάτι του Βασιλιά» (Εκδόσεις Διώνη) και στη συνέχεια με τη συγγραφή δικών της βιβλίων.

Το πρώτο της, «Στο Καλύβι του Αριά», γνώρισε επιτυχία και στην Ελλάδα και στο Εξωτερικό. Μετά από 6 εκδόσεις από τον Εκδοτικό οίκο «Διώνη» κυκλοφορεί ξανά από τις Εκδόσεις «Φιλύρα». Το δεύτερο βιβλίο της, «Στον ανεμοστρόβιλο του ξεριζωμού,  Πόντος-Ρωσία-Ελλάδα», κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Βεργίνα.  Έχει δημοσιεύσει επίσης σε περιοδικά  πολλά ποιήματα και αρκετά διηγήματα.

 

ΣΤΟ ΚΑΛΥΒΙ ΤΟΥ ΑΡΙΆ

(Απόσπασμα)

     Να ’τανε η βροντή που τράνταξε το σπιτάκι μας συθέμελα ή μόνο η φωνή του; Δεν θυμάμαι. Θυμάμαι μόνο πως ό,τι έγινε από δω και πέρα το συνόδευε μια καταιγίδα που ξέσπασε ακριβώς πάνω απ’ το σπίτι μας. Σφιγμένη δίπλα στην αδελφούλα μου, ακίνητες κι οι δυο σαν παγωμένες, βλέπαμε, κι ό,τι βλέπαμε κι ακούγαμε τυπωνόταν βαθιά μες’ στην ψυχή μας. Βλέπαμε τον πατέρα μας, τον Τατή μας, να πετάει ανάκατα τα ρούχα του μέσα στη βαλίτσα και τον ακούγαμε να βλαστημάει και να βρίζει όσο ποτέ. Βλέπαμε τη μάνα μας να κλαίει και να τον παρακαλεί να μην το κάνει αυτό. Καθώς εκείνος ορμούσε προς την πόρτα για να φύγει, αδιαφορώντας για τον κατακλυσμό που γινόταν, εκείνη σερνόταν σχεδόν στα πόδια του, προσπαθώντας να τον εμποδίσει.

     - Μη φεύγεις, Νίκο, μη μας αφήνεις! Τί θ’ απογίνουμε; Δεν μας λυπάσαι; Τί θα τα κάνω αυτά τα δυο; Η φωνή της έσπασε καθώς μας έδειχνε.

     - Πνίχ’ τα! της απάντησε σπρώχνοντάς την με δύναμη και χτυπώντας μ’ οργή την πόρτα. Τα βήματά του χάθηκαν μες στη βροχή.

     Κι εμείς τα δυο, εγώ κι η Σοφιά, δυο μικροσκοπικές υπάρξεις, σφιγμένες η μια πάνω στην άλλη, ακίνητες σαν παγωμένες, τυπώναμε βαθιά μες στην καρδιά μας αυτή την τελευταία του λέξη: «Πνίχ’ τα!» Και μια σκέψη, μια τεράστια σκέψη, μια απρόσμενη και φοβερή σκέψη γέμισε όλη τη μικρή μας ύπαρξη, γέμισε όλο το καλύβι μας, έγινε ένα με την καταιγίδα που μας έδερνε, ένα με τους λυγμούς της μάνας μας και με το ουρλιαχτό του σκύλου έξω: «Ο Τατής μας έφυγε! Ο Τατής μας δεν μας αγαπάει!...»

     Σαν το δέντρο που το χτυπάει τ’ αστροπελέκι και πριν προλάβει να το νιώσει έχει κιόλας καεί, έτσι κι εμείς αποδεχόμαστε αυτή τη σκέψη χωρίς ακόμα να την έχουμε κατανοήσει, χωρίς  να μπορούμε να νιώσουμε πόσο πόνο και πίκρα θα μας προκαλούσε ακόμη αυτό. Δεν κλαίγαμε. Έκλαιγε μόνο η μάνα πεσμένη στο κρεβάτι. Συρθήκαμε κοντά της μα δεν ανταποκρίθηκε. Και κάποια στιγμή αποκοιμηθήκαμε χωρίς καμία μας να θυμηθεί ότι δεν είχαμε φάει τίποτε, γιατί εκείνη η τεράστια σκέψη είχε πάρει όλο το χώρο: «Ο Τατής μας έφυγε! Ο Τατής μας δεν μας αγαπάει!...»