Ρηγοπουλου-Μουρίκη Βασιλική

 

Η Βασιλική Ρηγοπούλου-Μουρίκη γεννήθηκε και διαμένει στον Μελιγαλά Μεσσηνίας. Ασχολείται με τη συγγραφή και με τη συλλογή λαογραφικού υλικού. Παράλληλα με την εργασία της στην ιδιωτική επιχείρηση της οικογένειάς της έντονη είναι η συμμετοχή της και σε ποικίλες πολιτιστικές δραστηριότητες του τόπου της. Είναι ιδρυτικό μέλος του Συλλόγου Γυναικών Μελιγαλά και ιδρύτρια του Λαογραφικού Μουσείου Μελιγαλά, ενώ έχει επανειλημμένα διοργανώσει εκθέσεις  παλαιάς φωτογραφίας στην περιοχή της.  Ποιήματα και πεζά της έχουν δημοσιευθεί σε εφημερίδες και περιοδικά (Έκφραση, Μεσσηνιακός Λόγος, Παμμεσσηνιακή, Φωνή των Αστυνομικών, Νέα των Μελιγαλαίων), ενώ έχει βραβευθεί για κάποια από αυτά. Έργα της επίσης  έχουν δημοσιευθεί στους πέντε τόμους των Μεσσηνιακών Δημιουργιών της Ένωσης Μεσσηνίων Συγγραφέων, στο «Μεσσηνιακό Ημερολόγιο» του συγγραφέα και εκδότη Χρήστου Ρέππα, στο Ανθολόγιο Ελλήνων Ποιητών της Διεθνούς Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών (ΔΕΕΛ) και στη Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας των εκδόσεων Χάρη Πάτση. Έχει εκδώσει τα παιδικά βιβλία Στις γιαγιάς μου την αυλή, Η αλεπού και τα τρία αλεπουδάκια της και Στης φύσης τα παιχνίδια, τις ποιητικές συλλογές Στη Μάνα και Σταγόνες ζωής, και τα λαογραφικά Εικόνες μιας άλλης εποχής, και Ο θρήνος στην περιοχή Μελιγαλά.

 

Ο Ντίνος και το ποδήλατο 

Ο Ντίνος, όπως όλα τα παιδιά της ηλικίας του, είχε ένα όνειρο: να έχει κι αυτός ένα ποδήλατο. Λίγα ήταν τα παιδιά την εποχή εκείνη, που έκαναν τη βόλτα τους με ποδήλατο. Τα άλλα χάζευαν τα ποδήλατα και φανταζόντουσαν τον εαυτό τους να τρέχει και οι ρόδες να γυρίζουν τόσο γρήγορα! Μια ημέρα, όπως περπατούσε στον κεντρικό δρόμο του χωριού μας, βλέπει απέναντί του ακουμπισμένο στο ρείθρο ένα ποδήλατο. Κοιτάει από δω, κοιτάει από κει, κανείς. Ο ιδιοκτήτης ήταν μέσα στο μαγαζί τού Μακρή και ψώνιζε. Δεν χάνει καιρό. Τρέχει, ανεβαίνει, πατάει πεντάλι και το όνειρο γίνεται πραγματικότητα! Τρέχει την κατηφόρα και είναι ευτυχισμένος και γελάει, που έχει κι αυτός ένα ποδήλατο. Όμως νοιώθει πως πρέπει να σταματήσει, γιατί έφτασε στη διασταύρωση του Γκόνου. Προσπαθεί να πατήσει φρένο, τίποτα. Η κατηφόρα τον παρασύρει και η ταχύτητα τον πάει κατευθείαν στον φούρνο του μπάρμπα-Γιώργη. Χτυπάει στον τοίχο, σπάει το τιμόνι και Ντίνος και τιμόνι πέφτουν πάνω στο τεζάκι (πάγκος), που ’ταν τα ταψιά με το φαΐ. Έγινε ο Ντίνος σαν λαδωμένος ποντικός…