Αλεβίζου Ελένη

 

Γεννήθηκε στην Καλαμάτα όπου και τελείωσε τις εγκύκλιες σπουδές της. Σπούδασε  Αγγλική Γλώσσα στο Λονδίνο και στη συνέχεια μετέβη στον Καναδά, όπου εργάστηκε στην Tράπεζα ΝOVA SCOTIA  του Τορόντο για λίγο διάστημα. Επέστρεψε στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και συνέχισε την εργασία της στο υποκατάστημα της ίδιας τράπεζας έως την παραίτησή της το 1999. Μετά την παραίτησή της από την τράπεζα, ασχολήθηκε αποκλειστικά με την συγγραφή, που υπηρξε πάντοτε η μεγάλη της αγάπη.  Έχει παρακολουθήσει σεμινάρια Δημιουργικής Γραφής στο Βρετανικό Συμβούλιο και έχει λάβει μέρος σε πολιτιστικές εκδηλώσεις με κείμενά της. Στο συγγραφικό έργο της συμπεριλαμβάνονται τραγούδια, μικρές ιστορίες, άλλοτε δραματικές, άλλοτε σατιρικές και αρκετές λαογραφικές και το μυθιστόρημα Que Sera Sera (2019) Τα τελευταία πέντε χρόνια ζει στην Αθήνα και στην Καλαμάτα.

 

Que sera sera

Αχ, μοδιστρούλα μου, ναζιάρα και σκερτσόζα,

με τη βελόνα την καρδιά μου πώς τρυπάς!

Όταν περνάς από μπροστά μου όλο πόζα,

το τακουνάκι σου με χάρη το χτυπάς!

Τι όμορφα που τραγουδάει η Χαρίκλεια ένα καινούριο τραγούδι της εποχής, τη Μοδιστρούλα. Τραγουδάει και ράβει στη ραπτομηχανή της. Δεκαεφτά χρόνων πια, έχει κατέβει στην Καλαμάτα και μένει με τον μικρότερο αδερφό της, τον Κώστα, με τον οποίο έχει πολύ στενό δέσιμο, σε ένα αυθαίρετο σπιτάκι από καλάμια και σοβά, δίπλα στο εργαστήριό του. Αυτός έχει γίνει μηχανικός, έχει μάθει να επισκευάζει ραπτομηχανές και την προμηθεύει, καθώς της Χαρίκλειας το χόμπι είναι η μοδιστρική και σιγά σιγά έχει μάθει να δουλεύει τη ραπτομηχανή. Ο μεγάλος της αδερφός, ο Πότης, έχει τελειώσει τις σπουδές του και είναι ήδη καθηγητής φιλολογίας, νεοδιορισμένος στην Κερατέα Αττικής. Η Χαρίκλεια φοράει την κουτσαβίτικη στολή της με περηφάνια και κάνει τα πλούσια μαλλιά της κοτσίδα γύρω απ’ το κεφάλι της. Το μαντήλι το έχει βγάλει από καιρό, και όχι μόνο αυτό - περιέργως για την εποχή, έχει βγάλει και το σουτιέν της. Θέλει να νιώθει ελεύθερη. Κολακεύεται να κυκλοφορεί στους δρόμους και να την προσέχουν. Είναι όμορφη, αλλά όχι καλλονή. Έχει φρεσκάδα και τσαχπινιά και μια προσωπικότητα που δεν περνάει απαρατήρητη. [...] Επί ένα χρόνο μάθαινε μοδιστρική η Χαρίκλεια, μένοντας με τον αδερφό της σ’ αυτό το αυθαίρετο σπιτάκι δίπλα στο μαγαζί του. Στα προξενιά που άρχιζαν να της κάνουν αδιαφορεί και συνεχώς συγκρίνει όλους τους γαμπρούς με τ’ αδέρφια της. Ο πρώτος αδερφός διανοούμενος και ο άλλος μηχανικός και καλλιτέχνης. Ο Κώστας ήταν εξαιρετικός ζωγράφος από χόμπι. Μεγάλοι γλεντζέδες και οι δύο, χόρευαν εκπληκτικά. Μπορούσαν, όταν χόρευαν, να κρατήσουν με το στόμα τους ένα τραπεζάκι τσίγκινο, στρογγυλό, με τα σερβίτσια του πάνω, και να κάνουν κύκλους χωρίς να τους πέσει τίποτα κάτω. «Δεν είναι σαν τον Πότη μας! Να ’τανε σαν τον Κώστα μας!» λέει κάθε φορά. Με τον καιρό, η Χαρίκλεια βγάζει την κουτσαβίτικη στολή. Τη φοράει μόνο κάθε φορά που πηγαίνει στο χωριό, κι αυτή και το μαντίλι. Και είναι τότε, πάνω στα νιάτα της και τη χαρά της, που αρρωσταίνει. Φυματίωση. Δυο χρόνια η Χαρίκλεια χαροπαλεύει.